Thursday, 12 June 2014

Xαστούκια & χάδια: μια συζήτηση για τη σχέση Ιστορίας και Μυθιστορίας

Μια συζήτηση για το (ξανα)διάβασμα της Ιστορίας. Μια συζήτηση για τη σχέση μυθοπλασίας και Ιστορίας, για την Επιθυμία στην Ιστορία κλπ. με αφορμή τα βιβλία του Α.Μ., Χαστουκόδεντρο και Πεδία Μάχης Αφύλακτα (10.06.2014, βιβλιοπωλείο «Επί Λέξει»).
Συμμετείχαν οι: Γιώργος Κόκκινος, καθηγητής Ιστορίας & Διδακτικής της Ιστορίας (Παν/μιο Αιγαίου), Έφη Γιαννοπούλου, μεταφράστρια και δημοσιογράφος (περιοδικό UNFOLLOW) και ο συγγραφέας των δύο βιβλίων. [Ολόκληρο το βίντεο της συζήτησης στο τέλος της ανάρτησης. Εδώ προηγείται μια ολιγόλεπτη απάντηση του συγγραφέα σε ερώτημα που αφορά στη διάπλαση των κεντρικών ιστορικών ηρώων του Χαστουκόδεντρου
«κατά το εικός και αναγκαίον»]




Tο κείμενο του Γιώργου Κόκκινου
(© δημοσιεύεται με την άδειά του)
Ιστοριογραφία και μυθιστόρημα: για το Χαστουκόδεντρο του Άρη Μαραγκόπουλου

«Η Ιστορία γενικά τείνει να εξημερώνει τα γεγονότα βρίσκοντας λογικές εξηγήσεις για όλα. Εγώ όμως ήθελα μια ορθή και τεκμηριωμένη αφήγηση, στην οποία, ωστόσο, να είναι παρόντα τα θύματα, τα οποία, με τον πόνο τους, τις αυταπάτες τους, τους φόβους τους, θα μας δώσουν αληθινές στιγμές στοχαστικής ιστορίας. Θα διαλύσουν την αυτoΐκανοποίηση της επιστημονικής απόστασης […]. Στην αφήγηση […] πρέπει να ακούσουμε απρόοπτα τη φωνή ενός παιδιού δώδεκα χρόνων από την Πολωνία, το οποίο στο ημερολόγιό του ρωτάει τον θεό τι είναι αυτό που συμβαίνει. Αυτό το σάστισμα είναι θεμελιώδες στοιχείο της ιστορίας.»

Σαούλ Φριντλέντερ (από συνέντευξη
στην εφημ. La Repubblica, Νοέμβριος 2013)


Με λίγα λόγια, σχεδόν όλα όσα ζητάμε σήμερα από το ιστορικό μυθιστόρημα ή από κάθε μυθιστόρημα, κυρίως την πολυφωνικότητα, τα διεκδικεί πλέον για λογαρισμό της και η ιστοριογραφία. Η κάλυψη της μεγάλης απόστασης μεταξύ τους ήταν απόρροια ποικίλων οσμώσεων που εξακολουθούν όμως να παραμένουν στη σκιά, καθώς στο οπτικό μας νεύρο συνεχίζουν να αποτυπώνονται οι σκιές ειδολογικών συμβάσεων και διακρίσεων που ο διαζευκτικός  τους χαρακτήρας δεν ισχύει πλέον.
Αν η καταστατική αξία της ιστοριογραφίας είναι η αλήθεια –που πρέπει να αναζητηθεί με κάθε τίμημα– , όπως και η ουδετερότητα / αντικειμενικότητα, από την άλλη πλευρά, η καταστατική αξία της λογοτεχνίας και ειδικότερα του μυθιστορήματος –ακόμα και όταν το αντικείμενο του ενδιαφέροντός του είναι τα πάθη της Ιστορίας ή το νόημά της– δεν μπορεί παρά να είναι η μυθοπλαστική αληθοφάνεια, η αναγωγή από το ειδικό στο καθολικό, η συγκρότηση εκφραστικών ανθρώπινων ιδεότυπων, η συγκίνηση, η αισθητική πληρότητα.
Όμως, όπως θα προσπαθήσω να δείξω και όπως προεξαγγέλλεται  από το παράθεμα του Φριντλέντερ, η ιστοριογραφία και η λογοτεχνία δεν είναι δυο κόσμοι ασύμβατοι, δυο παράλληλα σύμπαντα. Δημιουργούν επίκοινες ζώνες, αλληλοδιεισδύουν, αλληλοτροφοδοτούνται, συγκαθορίζονται. Πρόκειται συνήθως για ένα παράδοξο «ερωτικό παιχνίδι» που, από τη μια πλευρά, ασκούν με χάρη και επιδεξιότητα οι λογοτέχνες –ενίοτε όμως και με οίηση, προσποίηση, προχειρότητα ή και αφέλεια– αλλά που, από την άλλη, αποκηρύσσουν μετά βδελυγμίας οι περισσότεροι ιστορικοί –κυρίως αυτοί που δαιμονοποιούν τον μεταμοντερνισμό–, αν και η ζήλια τους είναι μεγάλη για τις επιτυχίες των αντιπάλων τους. Όπως, εξάλλου, είναι μεγάλος και ο πειρασμός των λογοτεχνών να χρησιμοποιήσουν την ιστορική πραγματολογία μόνο σαν ιστορικό σκηνικό, σαν άλλοθι ή και σαν αγαπημένο υλικό ανατροπής, πηλό εύπλαστο στη διακριτική ευχέρεια της δημιουργικής τους βούλησης.
Προφανώς ο Άρης Μαραγκόπουλος δεν ανήκει σε αυτούς.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας τέτοιας εναλλακτικής «ιστορίας» που αντιστρέφει την τροπή των γεγονότων όχι τόσο από έρωτα επιστημονικής φαντασίας, αλλά προς υπενθύμιση της δύσκολης σωτηρίας από τον εφιάλτη του Ναζισμού, είναι το μυθιστόρημα Fatherland του Ρόμπετ Χάρις (1992 Hutchinson / 2012 Arrow books). Επειδή είναι καλή λογοτεχνία, επειδή η Δημόσια ιστορία έχει πλέον την πρωτοβουλία των κινήσεων στις νοηματοδοτικές πρακτικές του μορφωμένου κοινού αναφορικά με το πρόσφατο παρελθόν και, τέλος, επειδή η επιστημολογική σύγχυση που προκύπτει από τη σύμμειξη των κωδίκων και από την αντιστροφή της ιστορικής πραγματικότητας είναι καταλυτική, το αποτέλεσμα ενδέχεται να είναι πολλαπλά επικίνδυνο. Τη συναίσθηση του κινδύνου είχε και ο ίδιος ο συγγραφέας, ο οποίος στο τέλος του βιβλίου του αισθάνθηκε την ανάγκη να επιστήσει την προσοχή του αναγνώστη του στα κριτήρια αξιολόγησης του «ιστορικού» υλικού που χρησιμοποιήθηκε. Να του υπογραμμίσει εκ των υστέρων ποια από τις ιστορικές του πηγές ήταν γνήσια και αυθεντική και ποια πλασματική. Βέβαια, η όλη σκηνοθεσία προφανώς και μπορεί να εξαντλείται στο ίδιο το αφηγηματικό εύρημα: στην αίσθηση του εγκλεισμού στον λαβύρινθο της αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας.
Στον παιγνιώδη μεταμοντερνισμό, η ιστορική μυθοπλασία όχι μόνο διεκδικεί καθεστώς ισοτιμίας με την ιστορική πραγματολογία, αλλά επιπλέον διεκδικεί και τα σκήπτρα. Η υπερκέραση των δυνάμεων του αντιπάλου έχει ως συνέπεια, όπως επισημαίνουν οι Πήτερ Μακλάρεν και Ραμίν Φαραμαντπούρ στην Παιδαγωγική της αντίστασης (εκδ. Τόπος, 2013), «Τα ιστορικά γεγονότα συχνά [να] μετασχηματίζονται σε ένα θεματικό πάρκο της φαντασίας και του παιχνιδιού τύπου Ντίσνεϊλαντ, όπου η διάκριση μεταξύ του γεγονότος και της μυθιστοριογραφίας είναι μόλις –αν είναι καθόλου– αντιληπτή. Η ιστορία έτσι τεμαχίζεται σε ένα εργαστήριο γραμματολογίας, όπου μπορείτε να δημιουργήσετε μια μεταφυσική των εξαφανίσεων και της εφεύρεσης της πραγματικότητας ως εφιάλτη, στον οποίο όλες οι προσπάθειες αντικειμενικότητας υποφέρουν τη μοίρα του Δόκτορα Φράνκεστάιν και του τέρατός του» (ό.π., 122-123).
Στο Χαστουκόδεντρο ο Άρης Μαραγκόπουλος πλάθει υβριδικές μορφές ιστορικού νοήματος που υπακούουν στη λογική ενός «διπλού δεσμού», μιας διπλής εγγραφής:
Επιδιώκει τη διπλή και διασταυρούμενη ανάγνωση, την αλληλοπεριχώρηση των ερμηνευτικών προοπτικών, των διαφορετικών σημειωτικών κωδίκων ιστοριογραφίας και μυθοπλασίας, τη σφαιρικότητα και πολυπρισματικότητα της αποτύπωσης, την κατανόηση της εγγενούς πολυφωνικότητας του πραγματικού.
Πορεύεται με «φαντασία πιθανή» προσθέτοντας στην ιστορική μας ευαισθησία κρίσιμους ελλείποντες κρίκους, χαρακτηριστικές ψηφίδες ιστορικού νοήματος. Κάτι που ούτε η ιστοριογραφία ούτε η λογοτεχνία μας είχε μέχρι στιγμής κατορθώσει με τόση επιτυχία για την περίοδο που απασχολεί το Χαστουκόδεντρο.
Η ιστορική μυθοπλασία του Άρη Μαραγκόπουλου, η χρήση της ιστορικής φαντασίας μετά λόγου γνώσεως, δηλαδή σε ουσιαστική αναφορά με το ίδιο το πραγματολογικό υλικό των πηγών ή αλλιώς «κατά το εικός και αναγκαίον» θυμίζει επιτρέψτε μου την αναλογία τον τρόπο με τον οποίο συνέθετε τις δημηγορίες του ο Θουκυδίδης: λάμβανε καθοριστικά υπ’ όψιν αυτό που απαιτούσε η εσωτερική συνάφεια των εξελίξεων και η δυναμική των γεγονότων, αυτό που θα έπρεπε να έχει διαμειφθεί στη συγκεκριμένη περίσταση, με γνώμονα και τη στέρεη εκ των υστέρων γνώση, χωρίς να περιορίζεται σε ό,τι τελοσπάντων θα αποκαλούσαμε με θετικιστικό ζήλο «πιστή αντανάκλαση της ιστορικής πραγματικότητας».
Ο «διπλός δεσμός» που προτείνει ο Μαραγκόπουλος αντιστοιχεί με τους γενικότερους επιστημολογικούς προβληματισμούς της σύγχρονης ιστοριογραφίας μετά τη γλωσσική και την πολιτισμική στροφή της στις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Αναγνωρίζουμε πλέον ότι ακόμα και στην ιστορική γραφή συνυφαίνονται τόσο η αναφορική-τεκμηριωτική λειτουργία, που είναι αποφασιστικής σημασίας, όσο και η ποιητική, που έχει να κάνει με τον διαμεσολαβητικό ρόλο της γλώσσας, άρα της κοσμοθεωρίας και της ιδεολογίας, συνεπώς και της αφήγησης.
Το επίκοινο στοιχείο μεταξύ ιστοριογραφίας και ιστορικοφανούς λογοτεχνικής μυθοπλασίας είναι προφανώς η αφήγηση. Όμως εδώ αρχίζουν οι διαφοροποιήσεις και οι διενέξεις. Υπάρχει λογοτεχνία που επιχειρεί να υποκαταστήσει την ιστοριογραφία; Αυτό είναι θεμιτό; Αν είναι, αυτό σημαίνει ότι στην ιστοριογραφία εναπόκειται να μιμηθεί αναγκαστικά τη λογοτεχνία, εάν δεν θέλει να χάσει την όποια σχέση διατηρεί ακόμα με το αναγνωστικό κοινό.
Το Χαστουκόδεντρο ανασυγκροτεί και αφηγηματοποιεί μια καίρια τραυματική ιστορική εμπειρία. Υποστηρίζω την άποψη ότι ο Άρης Μαραγκόπουλος επιχείρησε να επεξεργαστεί το πρωταρχικό τραύμα της μετακατοχικής ελληνικής κοινωνίας, τον Εμφύλιο Πόλεμο και τα παρεπόμενά του, με ένα μεικτό κώδικα: έναν κώδικα τόσο καθαρά αρχειακό και ιστοριογραφικό, όσο και αισθητικό-μυθοπλαστικό. Για να χρησιμοποιήσω τη γλώσσα της ψυχανάλυσης, διατύπωσε ένα νέο πολύμορφο και πολυτροπικό συμβολισμό. Για να χρησιμοποιήσω και την ορολογία της επιστήμης μου, δημιούργησε ένα εμβληματικό έργο Δημόσιας Ιστορίας, μη ακαδημαϊκής αλλά, ωστόσο, μεστής σε νοηματικό περιεχόμενο ιστορίας. Σε πείσμα πολλών νεοπουριτανών της επιστήμης, της ηθικής και της αισθητικής έδειξε ότι μπορεί από το κακό, την απανθρωπιά και την ασχήμια να αναδυθεί ομορφιά, αισθητική απόλαυση, νοηματική πληρότητα.
Ο Ά. Μαραγκόπουλος δημιούργησε ομορφιά συνθέτοντας τόσο συμβατικούς όσο και –κυρίως καινοτόμους κώδικες. Άλλωστε, αν κάτι καίριο μας υπέδειξε ο Adorno, αυτό είναι ότι οι διακεκαυμένες ζώνες στην Ιστορία δεν μπορούν να αναπαρασταθούν με τις τεχνικές της παραδοσιακής ρεαλιστικής αναπαράστασης.
Το σημαντικότερο, όμως, επίτευγμα του Άρη Μαραγκόπουλου είναι ότι πέτυχε αυτό που θεωρούσε αναγκαίο ο Τσβετάν Τοντόροφ, όταν προσεγγίζουμε τα ιστορικά μας τραύματα: μας βοήθησε να μετατοπιστούμε από την κυριολεκτική στην παραδειγματική μνήμη. Παράλληλα όμως, όπως συμβαίνει στη σπουδαία λογοτεχνία και τέχνη, καλλιέργησε μια παραδειγματική μορφή ιστορικής συνείδησης, η οποία κρύβοντας στον πυρήνα της ιστορικό φρονηματισμό υπακούει σε ιστορικές αναλογίες και αιώνια πρότυπα.
Κατά τη γνώμη μου, είναι ουσιαστική η συμβολή του Ά. Μαραγκόπουλου και στη μετατόπιση της οπτικής γωνίας, ως προς την ιστορική πρόσληψη της μεταπολεμικής περιόδου, από την τραγικότητα και την κριτική απομυθοποίηση στην ειρωνεία. Μετατόπιση που συντελεί αποφασιστικά στην πολυδιάστατη διεργασία του ιστορικού τραύματος της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας.
Ειδικότερα, το Χαστουκόδεντρο είναι μια πολυεπίπεδη τοιχογραφία εποχής, με εξαιρετικά ευρηματικές πτυχές, σημαντικές λογοτεχνικές αρετές και σελίδες μεγάλης συμπύκνωσης και δραματικής έντασης (ενδεικτικά 216-224 και 310-320), κατάστικτη από διακειμενικές αναφορές. Στην αφήγηση συνυπάρχουν ο επικός τόνος, η ηρωολατρική προσέγγιση, η ιστορική αισιοδοξία και ο επαναστατικός βολονταρισμός με την τραγική σύλληψη του βίου και της Ιστορίας, την απομυθοποίηση και την επίγνωση της ματαιότητας του επαναστατικού μεσσιανισμού, που απορρέει, αφενός μεν, από την ανθρωπολογική διαπίστωση της ισχνής δύναμης του καλού σε σχέση με την παντοδυναμία του κακού, αφετέρου δε από την ιστορικά τεκμηριωμένη εξαλλαγή κάθε ουτοπίας σε δυστοπία. Θέση στο υπόβαθρο της οποίας ανιχνεύεται η εδραία παραδοχή του συγγραφέα αναφορικά με τη δομική εξομοίωση δεξιόστροφων και αριστερόστροφων μορφών ολοκληρωτισμού. Ειδικότερα, στο Χαστουκόδεντρο ο ιδεαλιστικός και ανυστερόβουλος οραματισμός υποτάσσεται αναπόδραστα στην ανθρώπινη παθολογία και τη διαρκή αναπαραγωγή εξουσιαστικών μηχανισμών. Γίνεται παίγνιο και άθυρμα στην «Κόλαση της Ιστορίας» από την οποία δεν υπάρχει διαφυγή και σωτηρία (ενδεικτικά σελ. 392). Είναι και στην περίπτωση αυτή ανάγλυφη μια μορφή παραδειγματικής ιστορικής συνείδησης, η οποία, άλλωστε, βρίσκει δομικές αναλογίες-ισοτοπίες στα μυθολογικά αρχέτυπα που επικαλείται ο συγγραφέας.
Στη μυθιστορία του Ά. Μαραγκόπουλου, η αυτογνωσία, ο φιλοσοφικός αναστοχασμός και η ελεγεία για τη σπαταλημένη ζωή συνυφαίνονται με το αίτημα της ιστορικής αναγνώρισης και της ηθικής δικαίωσης, τον σαρκασμό και τη σάτιρα για το αέναο παιχνίδι του προσπορισμού ισχύος, αλλά και την ειρωνική κριτική αποξένωση από την εχθρική ή απεχθή παραγματικότητα. Ο συγγραφέας, εγκρατής γνώστης της παθογένειας της μετεμφυλιακής ελληνικής κοινωνίας, μιας πανοπτικής κοινωνίας-κρατητηρίου, ανάγει τη Μακρόνησο σε μετωνυμία αυτής της παθογένειας, τόσο στο επίπεδο της μακροπολιτικής του Ψυχρού Πολέμου όσο και σε αυτό της μικροπολιτικής, όπως καταδεικνύει με το εύστοχο παράδειγμα της ιστορίας της υπηρέτριας Σπυριδούλας, αλλά και με αναφορές στη διάχυτη βία, φανερή ή συγκαλυμμένη, στο επίπεδο της οικογένειας.
Υπάρχουν ορισμένα σημεία στο Χαστουκόδεντρο που συναντούν τις αντιστάσεις ή τις ενστάσεις των ιστορικών. Σημεία δηλαδή όπου η εναλλακτική-δυνητική εξέλιξη των γεγονότων δεν συγκρούεται μόνο με την ιστορική πραγματικότητα, αλλά δημιουργεί ερμηνείες-παγίδες, καλή τροφή για τη Δημόσια Ιστορία. Τέτοια σημεία είναι: α) σε γεγονοτολογικό επίπεδο, ο πρώιμος από-σταλινισμός της Μπέτι Αμπατιέλου σε αντίθεση με την καθυστερημένη ιδεολογική μετατόπιση στις τάξεις των ίδιων των έγκλειστων κομμουνιστών, κάτι που είχε αρχίσει να συμβαίνει, όπως σήμερα γνωρίζουμε, αμέσως μετά το 1949 –αν όχι νωρίτερα– και κυρίως από το 1956. β) Σε επιστημολογικό επίπεδο, η δήλωση του συγγραφέα ότι αντιμετωπίζει το παρελθόν που μελετά είτε ως αλληγορία για το παρόν, είτε ως παρακαταθήκη ανθρώπινων παραδειγμάτων, αφού αυτό που τον ενδιαφέρει είναι κυρίως οι παροντικές μέριμνες. Και γ) σε ιδεολογικό-κοσμοθεωριτικό επίπεδο, η διαμόρφωση μιας παραδειγματικής ιστορικής συνείδησης, με σημεία αναφοράς την αναλλοίωτη ανθρώπινη φύση και την αέναη ανακύκληση των ίδιων μορφών ιστορικής εμπειρίας.
Ως τραύμα ορίζεται «αυτό που δεν μπορούμε να πούμε», αλλά ταυτόχρονα και αυτό που «δεν μπορούμε να αποσιωπήσουμε». Το τραύμα δηλαδή πάντοτε επιστρέφει γιατί βρίσκει τον δρόμο να μας μιλήσει, να απευθυνθεί στους επιγενομένους, να καταστεί κοινωνικό σύμπτωμα, ακόμα και μετά την παρέλευση πολλών δεκαετιών. Ποιος είναι όμως αυτός ο δρόμος; Είναι η κατάλυση της καταστατικής διάκρισης παρελθόντος-παρόντος, στον βαθμό που το τραυματικό και απολιθωμένο παρελθόν στοιχειώνει, αυτονομείται και ταξιδεύει ελεύθερα και ανεξέλεγκτα στον ιστορικό χρόνο. Είναι επίσης η αποδυνάμωση –έστω και παρά τη θέληση των συνειδητών ή ασυνείδητων φορέων του του κομφορμισμού και της διαγενεακής συμμόρφωσης, η οποία οδηγούσε στην απόκρυψη της ντροπής, της ενοχής ή της οδύνης ή και στην επένδυση της δυσφορίας με τον παραπλανητικό μανδύα της απάθειας, της συναισθηματικής νάρκωσης ή της μελαγχολίας. Επομένως, το τραύμα και ειδικά όταν αυτό μετενσαρκώνεται σε ψύχωση ή τρέλα αποτελεί μια ρωγμή στην τάξη του χρόνου και του λόγου, παράλληλα όμως κι ένα σημαίνον ρήγμα στον κοινωνικό ιστό, που εκ των πραγμάτων διασπά τη συνοχή του κοινωνικού δεσμού. Συγκροτεί, ωστόσο, μια ιδιάζουσα κατακερματισμένη γλώσσα ή παίρνει τη μορφή άσχετων φαινομενικά συμπτωμάτων, αινιγματικών διατυπώσεων και γλωσσικών παραδρομών, ασύνδετων και αποσπασματικών εικόνων, επαναληπτικών ονείρων και παραληρημάτων.
Ο ψυχαναλυτής, σε ατομικό επίπεδο, και ο ιστορικός, σε συλλογικό, όπως επίσης και ο λογοτέχνης, ο κινηματογραφιστής ή ο καλλιτέχνης, λειτουργούν ως διαμεσολαβητές, ως διαγενεακές γέφυρες, δεδομένου ότι ως εκ της ιδιότητάς τους αναδέχονται, θα μπορούσαμε να πούμε, φαντασιακά τη μεταβίβαση του τραύματος και καθίστανται οι ίδιοι οι «τόποι» της πολλαπλής διεργασίας του, συγκροτώντας λειτουργικές νοηματοδοτικές πρακτικές, με την προσδοκία ότι είναι εφικτή η ανάταξη του κοινωνικού δεσμού και η αποκατάσταση της συνέχειας της σημαίνουσας αλυσίδας.
Σύμφωνα με την ενδιαφέρουσα αυτή ψυχαναλυτική θεώρηση, το ανεπεξέργαστο διαγενεακό τραύμα εμφανίζεται συχνά ως απόκλιση ή τρέλα πλήττοντας έναν ασθενή κρίκο της γενεαλογικής αλυσίδας. Αυτός γίνεται ο επίγονος-σύμπτωμα της τυφλής αντισταθμιστικής λειτουργίας της επιβεβλημένης σιωπής και της απώθησης, ο ακούσιος ή εκούσιος μάρτυρας της τραυματικής εμπειρίας, ο ίδιος ο άγγελος της «φραγμένης» και «εκτοπισμένης» μνήμης και της ανάγκης επεξεργασίας του ιστορικού τραύματος.
Παρεμφερείς απόψεις διατυπώνει και ο γερμανός ψυχαναλυτής Titus Milech όταν διερωτάται επιβεβαιωτικά: « Άραγε η ασθένεια ενός ατόμου προστατεύει ή και σώζει ολόκληρο το οικογενειακό σώμα; Τόσες οικογένειες καταφέρνουν να επιβιώσουν δομώντας πάνω στα μη-λεχθέντα. Το ψεύδος τους επιτρέπει να αντέξουν. Η αλήθεια εκχωρείται στην αρρώστια». Άλλωστε, ως ένα τέτοιο μάρτυρα της απωθημένης οικογενειακής και εθνικής νοσηρότητας αντιλαμβάνεται και ο ίδιος ο Milech τον εαυτό του και κατά συνέπεια στην επίγνωση αυτή προσαρμόζει και τον κοινωνικό ρόλο του. «[Μ]έσα από μένα», γράφει, «υπάρχει πια τώρα κάτι που αγγίζει το αδύνατο. Κάτι από τον κόσμο ανάποδα, κάτι από την κρυμμένη πλευρά του οικογενειακού μου σύμπαντος την άλλη όψη του νομίσματος. Είμαι κομμάτι της πλευράς με τις ραφές που δεν θα έπρεπε ποτέ να γίνουν ορατές».
Ταυτόσημες, στο σημείο αυτό, είναι και οι απόψεις του ψυχίατρου και ψυχαναλυτή Serge Tisseron, ο οποίος κάνει λόγο για τον «προδιαγεγραμμένο ασθενή».
Ε, λοιπόν, για να «επιστρέψουμε» στην υπό εξέταση περίπτωση, το Χαστουκόδεντρο  είναι ακριβώς ο συμβολικός τόπος επεξεργασίας του εθνικού μας τραύματος. Και ο Άρης Μαραγκόπουλος είναι, ταυτόχρονα, ο «προδιαγεγραμμένος ασθενής», αλλά και ο εξεγερμένος άγγελος, ο φορέας της κάθαρσης και της συλλογικής αυτογνωσίας.

Sunday, 23 February 2014

Μάθημα για τον ρεαλισμό / μοντερνισμό στην Ελλάδα του 21ου αι.


Σε μια συζήτηση, η παρέμβαση του Αris Grandman πήρε, εντελώς απροσδόκητα, τη μορφή μαθήματος για τη σχέση ρεαλισμού / μοντερνισμού και τους τρόπους που το αντιλαμβανόμαστε στην (οιονεί περιφερειακή) Ελλάδα.

Tuesday, 4 February 2014

Δημόσιες βιβλιοθήκες, όχι video games: Προϋποθέσεις για μια αριστερή / ανθρωπιστική πολιτική





Οι καινούργιοι ιδιοκτήτες των εκδοτικών οίκων που απορροφούνται από τα συγκροτήματα απαιτούν να εξομοιωθεί η αποδοτικότητα της έκδοσης βιβλίων με την αποδοτικότητα των υπόλοιπων τομέων δραστηριοτήτων τους, των εφημερίδων, της τηλεόρασης, του κινηματογράφου κ.ο.κ. – ιδιαίτερα κερδοφόροι τομείς όλοι τους.
Αντρέ Σιφρίν, Εκδόσεις χωρίς εκδότες, 1999.[1]

Τα δεδομένα για το βιβλίο
Όταν συζητάμε για πολιτική βιβλίου το 2014 οφείλουμε πρώτα να συμφωνούμε σε ορισμένα δεδομένα που παγκοσμίως έχουν συνδιαμορφώσει τον χαρακτήρα του τις τελευταίες τρεις με τέσσερις δεκαετίες.
1. Το βιβλίο μετατράπηκε από ανθρωπιστικό αγαθό σε αναλώσιμο προϊόν μαζικής κατανάλωσης. Έχασε δηλαδή τον αυθεντικό του ρόλο που είναι: η διά βίου καλλιέργεια του αναγνώστη.
2. Το βιβλίο στην εκπαίδευση, και κυρίως στο λύκειο, επίσης έχασε τον αυθεντικό παιδευτικό του ρόλο. Το βιβλίο απουσιάζει θεαματικά από τη νεανική κουλτούρα. Το υποκαθιστά το διαδίκτυο και η τηλεόραση.
3. Το αμιγές βιβλιοπωλείο έχασε τους σταθερούς του αναγνώστες και απέκτησε ευκαιριακούς πελάτες ευπώλητων σκουπιδιών. Χάνοντας τον αναγνώστη το βιβλιοπωλείο έχασε κι αυτόν τον αυθεντικό πολιτιστικό του ρόλο.

Ο πάγιος ρόλος της βιβλιοθήκης
Όποιος δεν χρησιμοποιεί βιβλία για τη δουλειά του, την ενημέρωσή του, την επιμόρφωσή του, την ψυχή του, βιβλία για την κατανόηση του εαυτού του και του κόσμου λογίζεται, και δικαίως, αμόρφωτος, ακατέργαστος άνθρωπος. Η κοινωνία που αδιαφορεί, όπως η ελληνική, για την ανάπτυξη των βιβλιοθηκών ως οργανικών στοιχείων της γειτονιάς, της κοινότητας, του χώρου εργασίας, του σχολείου, του κάθε κοινωνικού χώρου, είναι μια αμόρφωτη, ακατέργαστη, φοβική κοινωνία. Είναι η ίδια που επέτρεψε στο βιβλίο να γίνει αναλώσιμο  προϊόν, στο σχολείο να χάσει τον ρόλο του και στο βιβλιοπωλείο τον αναγνώστη του. Κοινωνία χωρίς δανειστικές δημόσιες βιβλιοθήκες, που εξ ορισμού εντάσσουν την ανάγνωση βιβλίου στην κουλτούρα όλων ανεξαιρέτως των πολιτών, είναι ανάπηρη κοινωνία, υποταγμένη στην εξουσία της συγκεκριμένης εκείνης αμορφωσιάς που ανέκαθεν γεννάει τον φασισμό.

Δημόσια βιβλιοθήκη και πολιτιστικός ιμπεριαλισμός
(He who pays the piper calls the tune)[2]
Υπάρχει μια συγκεκριμένη ιμπεριαλιστική πολιτική για τον πολιτισμό παγκοσμίως σήμερα. Στην Ελλάδα εφαρμόζεται πολύ μεθοδικά, υπό το προσωπείο της φιλάνθρωπης χορηγίας, και αποτελεί το μικροπείραμα στον ευρύτερο σχεδιασμό υποταγής του σκεπτόμενου πολίτη, κυρίως του Ευρωπαίου πολίτη, στην εξουσία της χρηματιστηριακής αγοράς. Στην ουσία πρόκειται για την ίδια βάρβαρη πολιτική που χρόνια τώρα επιτίθεται στην Ελλάδα. Εκείνη που έχει εθίσει χρόνια τώρα τις συνειδήσεις στο fast food, fast read, fast fuck, σε μια κατάσταση όπου όλα πουλιούνται και όλα αγοράζονται (ακόμα και η συνείδηση, ακόμα και η κόρη σου, ακόμα και τα ιδανικά σου), σε μια συνθήκη όπου η τηλεόραση αποτελεί ύψιστο κήνσορα και σχολείο των πάντων, κι όπου το γκλάμουρ πείθει ως αυταξία. Πρόκειται για την ιμπεριαλιστική πολιτική που, μεταμφιεσμένη σε life-style, ευθύνεται για την αλλοίωση της κοινωνικής συνείδησης και συμπεριφοράς – μετατρέποντας τον υπεύθυνο πολίτη σε άψυχο καταναλωτή. Αυτή η υπόγεια πολιτισμική βαρβαρότητα, προκλητικά καμουφλαρισμένη σήμερα σε φανταχτερά «πακέτα πολιτιστικής προσφοράς» τύπου Μεγάρου Μουσικής, Ιδρύματος Ωνάση και Ιδρύματος Νιάρχου, είναι χίλιες φορές πιο επιθετική απέναντι στις πραγματικές ανάγκες του πολίτη από την εξώφθαλμη πολιτική ασυδοσία.

Ιδού πώς εφαρμόζεται αυτή η επιθετική πολιτική σε σχέση με τις βιβλιοθήκες:
Βήμα πρώτο: Ένας «ευεργέτης», εν προκειμένω το ίδρυμα Νιάρχου, παραλαμβάνει από το κράτος την (ομολογουμένως) περιορισμένων έως τώρα δυνατοτήτων Εθνική Βιβλιοθήκη, με σκοπό να τη μεταστεγάσει δωρεάν σε αρτιότερες εγκαταστάσεις. Στην ουσία, όμως, αποκτά αδιαπραγμάτευτα την εθνική πολιτισμική παρακαταθήκη, την εθνική μνήμη. Από αυτή την προνομιακή θέση τη διαχειρίζεται με τους όρους ενός παγκοσμιοποιημένου παιχνιδιού συμφερόντων, όπου οι ισχυρότεροι παίκτες (αυτοί που καθορίζουν τη στρατηγική του πολιτισμικού ιμπεριαλισμού σήμερα) είναι η Google, η Vodafone, το Bill & Melinda Gates Foundation (και οι τρεις «υποστηρίζουν» και «συνεργάζονται» στο γενικότερο σχέδιο για την Εθνική Βιβλιοθήκη – όπως πριν λίγα χρόνια το τελευταίο «συνεργάστηκε» εποικοδομητικά με τη δημοτική βιβλιοθήκη της Βέροιας…), το γερμανικό κονσόρτσιουμ των μίντια Bertelsmann-Penguin Random House-RTL Group κ.ά.
Βήμα δεύτερο: με άξονα την Εθνική Βιβλιοθήκη, ο «ευεργέτης» προχωρά στη συγκρότηση ενός ελεγχόμενου από τον ίδιο Δικτύου με τις 120 καλύτερα οργανωμένες (προσοχή! τις καλύτερα οργανωμένες, ώστε να αποφύγει την πολλή άχαρη δουλειά αλλά και τα ανάλογα έξοδα) δημόσιες και δημοτικές βιβλιοθήκες της χώρας (πρόγραμμα «Future Library»).
Τι κάνει αυτό το δίκτυο; Μετατρέπει τις αμαχητί παραχωρημένες στον «ευεργέτη» βιβλιοθήκες σε προεκτάσεις της διαδικτυακής αγοράς. Ακούγεται ίσως γοητευτικό, αλλά μόνο σε όσους αγνοούν ότι το διαδίκτυο λειτουργεί κυρίωςως απέραντο εργοστάσιο-παιχνιδότοπος, όπου όλοι οι χρήστες προσφέρουν δωρεάν 24ωρη εργασία και όλοι αποτελούν αποθεματικό κεφάλαιο για τις εταιρείες που το ελέγχουν. Στο διαδίκτυο κυριαρχεί η ψευδαίσθηση του δωρεάν, η ψευδαίσθηση της δημοκρατίας, η ψευδαίσθηση του λαμπερού όπως η οθόνη σου κόσμου, στο διαδίκτυο φαντασιώνεις τα πάντα, αγοράζεις τα πάντα, υποδύεσαι τα πάντα. Στο διαδίκτυο κυρίως παίζεις, σπανίως είσαι. Στο διαδίκτυο αγοράζεσαι ακόμα και όταν αγοράζεις.[3]
Σε αυτό το πνεύμα δούλεψε «πιλοτικά» και, για τους εμπνευστές της, «επιτυχημένα» εδώ και κάποια χρόνια η πολυσυζητημένη Δημοτική Βιβλιοθήκη της Βέροιας όπου, όπως πολλαπλώς έχει διαπιστωθεί,[4] λειτουργεί περισσότερο ως καταναλωτικό / θεαματικό mall της επαρχίας και πολύ λιγότερο ως παιδευτική, χρηστική βιβλιοθήκη.
Υπό αυτούς ακριβώς τους όρους λειτουργεί τώρα το «φιλάνθρωπο» πρόγραμμα του Future Library του Ιδρύματος Νιάρχου. Το διαπιστώνουμε καθαρά στην πιο προωθημένη του δράση, τα Μedia labs (καμία σχέση με τα ψηφιακά εργαστήρια που αναφέρθηκαν στα προηγούμενα δύο κείμενα) που τώρα ακόμα λειτουργούν πιλοτικά σε εννέα από τις 120 βιβλιοθήκες της χώρας. Πιο είναι το κεντρικό σύνθημα των media labs; Διατυπώνεται στο, προσοχή, ελληνικό έντυπο, με προκλητική αναίδεια στη γλώσσα των Αμερικανών εμπνευστών του: «Make, Learn, Play, Relax, Share». Το διάβασμα, εννοείται, εδώ δεν υπάρχει καθόλου ως προτροπή! Προέχει το Play, το Relax, το Share. Κι όμως μιλάμε για βιβλιοθήκες! Και μάλιστα τις καλύτερες της χώρας! Διαβάζουμε στο επίσημο πρόγραμμα του Media Lab:

Μέσα σε ένα Media Lab μπορείς να κάνεις την παραγωγή και επεξεργασία ενός βίντεο, να καταγράψεις μια ψηφιακή ιστορία, να ηχογραφήσεις ένα ραδιοφωνικό σποτ ή ακόμη και το δικό σου τραγούδι, να κάνεις μια κλειστή συνάντηση ή απλά να σερφάρεις στο διαδίκτυο και να έχεις πρόσβαση σε αποκλειστικό ψηφιακό περιεχόμενο, χαλαρώνοντας παράλληλα σε ένα ευχάριστο και φιλικό περιβάλλον.

Να λοιπόν τι είδους δημόσια βιβλιοθήκη ετοιμάζεται στο πείραμα που λέγεται Ελλάδα. Μια βιβλιοθήκη αποκλειστικά προέκταση του Διαδικτύου. Μια βιβλιοθήκη-παιχνιδότοπος, μια βιβλιοθήκη video-game: μια ψευδοβιβλιοθήκη, όπου ο διά βίου αναγνώστης παραχωρεί τη θέση του σ’ εκείνη του εφήμερου χρήστη, υποψήφιου πελάτη και δωρεάν εργάτη στο διαδικτυακό αποθεματικό κεφάλαιο της όποιας Google και Vodafone. Μια βιβλιοθήκη, με άλλα λόγια, όπου ο αυθεντικός ανθρωπιστικός ρόλος της ανάγνωσης του βιβλίου παραχωρεί τη θέση του στον αγοραίο της διαρκούς διασκέδασης (Play, Relax, Share), όπου η δύσκολη γνώση παραχωρεί τη θέση της στην ευανάγνωστη πληροφορία κι όπου, το κυριότερο, η διά βίου καλλιέργεια που παρέχει το βιβλίο μεταλλάσσεται στον επιθετικό καταναλωτισμό του εφήμερου – με όποια συνέπεια δυνάμει επιφέρει αυτό στην κουλτούρα ενός τόπου.
Σε όλα αυτά προσθέστε ότι αυτή η πολιτική θα έχει ως άξονα την Εθνική Βιβλιοθήκη. Η οποία, στο όνομα δήθεν της ευρύτερης προσβασιμότητας του κοινού κλπ., θα μετατραπεί σε θεματικό πάρκο life-style διασκέδασης, όπου ο αναγνώστης, ως χρήστης / πελάτης πλέον, θα κάνει τον «οικογενειακό» του περίπατο, θα τρώει, θα Play, θα Relax, θα Share, χίλιες φορές περισσότερο και χίλιες φορές αποτελεσματικότερα απ’ ό,τι γίνεται με το νέο Μουσείο της Ακρόπολης (όπου τα 3/4 των επισκεπτών εισέρχονται για την εμπειρία του εντυπωσιακού κελύφους / έκθεσης αυτοκινήτων που στεγάζει τα εκθέματα παρά για τα ίδια τα εκθέματα). Και φυσικά, εννοείται, ότι σ’ αυτό το θεματικό mall της Νέας (κατακαίνουργιας) Εθνικής Βιβλιοθήκης ο πελάτης / χρήστης θα πληρώνει τα πάντα, ακόμα και για να καταφέρει το αυτονόητο: να ξεφυλλίσει ένα βιβλίο.[5]

Ζητούσατε καλύτερη Εθνική Βιβλιοθήκη ιθαγενείς της ευρωπαϊκής μπανανίας; Θέλατε καλύτερες υπηρεσίες; πιο προσβάσιμη, πιο ανοιχτή στους νέους και στο κοινό δημόσια βιβλιοθήκη; Ορίστε, πάρτε ευρωέλληνες. Όλοι εδώ παίζουν, όλοι εδώ ανεβάζουν βίντεο και μουσικές, όλοι εδώ είναι χαρούμενοι, «χαλαροί», όλοι εδώ κάνουν share τις ιστοριούλες τους, όλοι εδώ δεν διαβάζουν. Καλύτερες βιβλιοθήκες δεν θέλατε; Ορίστε ιθαγενείς της μπανανίας, λέει προκλητικά η κυβέρνηση των κουίσλιγκς που ανέχτηκε, προετοίμασε, συμφώνησε στην αδιαπραγμάτευτη παράδοση της εθνικής πολιτισμικής παρακαταθήκης στον πολιτισμικό ιμπεριαλισμό.

Τι να κάνουμε;
Δεν είναι φανερό, ύστερα από όλα αυτά τι πρέπει να κάνουμε, τι πρέπει να κάνει μια αριστερή / ανθρωπιστική πολιτική για το βιβλίο;
Όταν η βαρβαρότητα υποσκάπτει ακόμα και το τελευταίο οχυρό του ανθρωπισμού και της δημοκρατίας, τη δημόσια λαϊκή βιβλιοθήκη, με την πολιτική τής παγκοσμιοποιημένης αγοράς, δεν είναι φανερό τι πρέπει να κάνουμε, σε τι πρέπει να αντισταθούμε; Όταν η βαρβαρότητα δίνει προτεραιότητα στην εικονική μονοσήμαντη πληροφορία και όχι στην ερευνητική γνώση, στην κουλτούρα του ανεύθυνου παιχνιδιού και όχι του στοχασμού, της σκέψης και της διά βίου αναγνωστικής ψυχαγωγίας (=αγωγή της ψυχής), όταν μετατρέπει τον αναγνώστη της παγκόσμιας πολιτισμικής παρακαταθήκης σε χρήστη της παγκοσμιοποιημένης αγοράς, δεν είναι φανερό τι πρέπει να υπερασπίσει με νύχια και δόντια μια πολιτιστική πολιτική που θέλει (όχι μόνο να λέγεται αλλά και) να είναι αριστερή;
Να αναλάβει να διαφωτίσει για όλα τα παραπάνω, να αναλάβει να διακόψει όσο είναι καιρός την απίστευτη αυτή διαδικασία αρπαγής του εθνικού πολιτισμικού πόρου, να αναλάβει να υποστηρίξει με νύχια και δόντια ένα κίνημα ανασύνταξης των δημόσιων βιβλιοθηκών της χώρας σε ανθρωπιστική-δημοκρατική και όχι σε αγοραία βάση.

Υπάρχει, ύστερα από αυτά, ζήτημα επιλογής ανάμεσα στον ανθρωπιστικό ρόλο της δημόσιας βιβλιοθήκης και στο καταναλωτικό υβρίδιο της δυστοπίας των future labs;
Ναι, χρειαζόμαστε ένα Κρατικό (όχι κρατικιστικό) Δίκτυο Βιβλιοθηκών με κέντρο μια λειτουργική, ανοιχτή στο κοινό Εθνική Βιβλιοθήκη (και ναι, διαθέτουμε την τεχνογνωσία). Ναι, οφείλουν οι βιβλιοθήκες να ανοιχτούν στον κόσμο των νέων (αλλά το σχολείο πρέπει παράλληλα να κινηθεί άμεσα, δραστικά σ’ αυτή την κατεύθυνση). Ναι, το διαδίκτυο μπορεί να προσθέσει στη λειτουργικότητα της δημόσιας βιβλιοθήκης (αλλά όχι υπό κηδεμονία, όχι παραμερίζοντας τον κεντρικό ρόλο της ανάγνωσης). Ναι, η πρώτη έκδοση των πιο σημαντικών βιβλίων μπορεί και πρέπει να κατευθύνεται μέσω ενός Δημόσιου (όχι δημοσιοϋπαλληλικού) Δικτύου Βιβλιοθηκών σε όλες τις βιβλιοθήκες. Ναι, μια κυβέρνηση της Αριστεράς οφείλει να εργαστεί σ’ αυτή την κατεύθυνση. Και τέλος, ναι, επειδή όλοι αναρωτιούνται για το κόστος μιας ανάλογης προσπάθειας: μια φρεγάτα του πολεμικού ναυτικού (μείον τις μίζες), ναι, επαρκεί για να καλύψει το κόστος ενός άρτια οργανωμένου Δημόσιου Δικτύου Λαϊκών Βιβλιοθηκών σε όλη τη χώρα!

Σε μια πρώτη, συντομευμένη εκδοχή, το άρθρο δημοσιεύτηκε στην Κυριακάτικη Αυγή στις 02.02.14
υπό τον τίτλο «Δημόσιες Βιβλιοθήκες: Προϋποθέσεις για μια αριστερή πολιτική».
Λίγο καιρό μετά δημοσιεύτηκε σε πιο εκτενή μορφή στο διαδικτυακό περιοδικό Χρόνος.





[1] André Schiffrin, L' édition sans éditeurs, ελλ. μτφρ. Κ. Ξενάκη, εκδ. Πόλις, 1999, σ. 95.
[2] Aγγλικό δημώδες ρητό (= Όποιος πληρώνει τον αυλητή κανονίζει και τι θα παίξει) που όμως εδώ αναφέρεται ως έμμεση παραπομπή στις υπόγειες πολιτιστικές δραστηριότητες της CIA στις δεκαετίες του πενήντα και εξήντα. Σήμερα, εποχή που το διαδίκτυο ρυθμίζεται και ελέγχεται από παρόμοια ανεξέλεγκτα κέντρα ελέγχου, αυτή η ιστορία θα πρέπει ξανά να μας προβληματίσει (βλ. τη σχετική ιστορική μελέτη: Frances Stonor Saunders, USA: The Cultural Cold War: The CIA and the World of Arts and Letters, 2000, εκδ. The New Press – το έργο αρχικά εκδόθηκε στη Βρετανία με τον τίτλο Who Paid the Piper?: CIA and the Cultural Cold War, 1999, εκδ. Granta.
[3] Βλ. εδώ το κείμενο για το διαδίκτυο: «Το έργο τέχνης στην εποχή της ψηφιακής (ανα)παραγωγής του».
[4] Βλ.: Χάρης Χεϊζάνογλου, Οι βιβλιοθήκες ως χώροι κατανάλωσης (http://vivliothekarios.blogspot.gr/2014/04/blog-post_8.html) και Κατερίνα Τοράκη, Οι βιβλιοθήκες ως χώροι κατανάλωσης ή ως χώροι ειδικών λειτουργιών; (http://katerinatoraki.blogspot.gr/2014/04/blog-post.html).
[5] Η ετήσια οικονομική δραστηριότητα που θα αποφέρει ο χώρος του Κέντρου Πολιτισμού / Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος υπολογίζεται από τους ίδιους τους διαχειριστές του στα 160.000.000, πηγή: εφημ. Έθνος, 08.02.14, Ethnos.gr.

Thursday, 9 January 2014

Πώς να διαβάσεις ένα παλιότερο έργο άμα περιφρονείς…



Ξαναείδα χθες βράδυ μια εμβληματική ταινία του Γκοντάρ που προβλήθηκε για πρώτη φορά ακριβώς πριν πενήντα χρόνια, το 1963: Le Mépris, (Η περιφρόνηση). Με τέτοιες ταινίες, με παρόμοια έργα, καταλαβαίνεις πόσο έχει γεράσει ανεπανόρθωτα το σινεμά, το χολυγουντιανής έμπνευσης σινεμά· πόσο κοντά είναι στον θάνατο, δείγμα ενός παρηκμασμένου πολιτισμού επίσης ανεπανόρθωτα γερασμένου και στους υπόλοιπους τομείς.
Στη δεκαετία εκείνη το ευρωπαϊκό σινεμά της νουβέλ βαγκ αναρωτιόταν για τον πραγματικό του ρόλο, τόσο στο επίπεδο της τέχνης όσο και της κοινωνίας. Το κυριότερο όμως είναι ότι εκείνο το ευρωπαϊκό σινεμά προερχόταν από καλλιεργημένους ανθρώπους και με τον τρόπο του επεδίωκε, μεταξύ των άλλων, να αυξήσει το κοινό των καλλιεργημένων θεατών.
Αναρωτιέμαι πόσο το κακομαθημένο κοινό των σημερινών ταινιών και κυρίως των ταινιών που κακοχωνεύει μέσα από την τηλεόραση (στην πλειονότητά τους φτηνιάρικες αμερικάνικες παραγωγές) είναι σε θέση να διαβάσει / να απολαύσει αυτή την καθόλα διδακτική ταινία. Αλλά σκέφτομαι: πώς να διαβάσεις ένα παλιότερο έργο, όσο σημαντικό κι αν σου το συστήνουν, άμα περιφρονείς τα γενικότερα συμφραζόμενα της κουλτούρας όπου εντάσσεται, άμα είσαι οπαδός του fast food - fast read - fast fuck;

Τι να πρωτοθαυμάσει κανείς σ' αυτή την ταινία:
1. Τη λογική του «έργου μέσα στο έργο», όπου αυτό που βλέπεις είναι αφενός η απελπισμένη προσπάθεια της απονευρωμένης πια βιομηχανίας του Χόλυγουντ να ξανακάνει επικές ταινίες (εδώ η απόπειρα αφορά την Οδύσσεια – και μάλιστα από έναν σπουδαίο σκηνοθέτη που το Χόλιγουντ έχει αλλοτριώσει, τον Φριτζ Λανγκ) και αφετέρου η ίδια ταινία ως work in progress.


2. Την απίστευτη και έντεχνα ενσωματωμένη διακειμενικότητα / διαφιλμικότητα του έργου που εντάσσει τον θεατή μέσα στα συμφραζόμενα μιας ορισμένης ανθρωπιστικής παράδοσης – αλλά με φρέσκια, ανατρεπτική ματιά: πέρα από τις καθαρά λογοτεχνικές αναφορές (συζητήσεις γύρω από την ερμηνεία της Οδύσσειας, αναφορές στον Δάντη, τον Μπρεχτ, τον Χέλντερλιν) οι παραπομπές στην ιστορία του κιν/φου είναι διαρκείς: Ένα μέρος της ταινίας συμβαίνει στα εγκαταλελειμμένα στούντιο της Cinecitta (στους τοίχους εμφανείς αφίσες από το Ψυχώ, το Hatari του Χάουαρντ Χοκς, το περίφημο Viaggio in Italia του Ρομπέρτο Ροσελίνι – που ο μύθος του είναι συγγενικός με αυτόν της Περιφρόνησης). Ο Πολ (Μισέλ Πικολί) συγκρίνει τον εαυτό του με τον Ντιν Μάρτιν στο Some Came Running του Βινσέντε Μινέλι ενώ κάποια στιγμή συζητά με τον ίδιο τον Φριτζ Λανγκ (!!!) για το περίφημο M αλλά και το γουέστερν του ίδιου Rancho Notorious, όπου πρωταγωνιστεί η Μάρλεν Ντίντριχ. Aκόμα και ο δεύτερος ρόλος της Giorgia Moll ως μεταφράστριας δεν είναι τυχαίος: αποδίδει φόρο τιμής στον Τζόζεφ Μάνκιεβιτς (και συγκεκριμένα στο έργο του The Quiet American, έργο που προφανώς θαύμαζε ο Γκοντάρ κι όπου εκείνη πρωταγωνιστούσε).


3. Την εξαιρετική ματιά που, στην κυριολεξία, γδύνει τα στερεότυπα από τον μανδύα των φαντασιωτικών ψευδαισθήσεων της κοινωνίας-θεάματος και τα φέρνει στο ανθρώπινο μέτρο: Αυτόν τον Τζακ Πάλανς πουθενά δεν θα τον ξαναδούμε έτσι στριμωγμένο, ούτε αυτόν τον καταπτοημένο, κουρασμένο από την Αμερική Φριτζ Λανγκ. Όσο για την Μπριζίτ Μπαρντό, ο Γκοντάρ κατάφερε το αδύνατο: γδύνοντάς την από τα ρούχα της (όπως προφανώς απαιτούσε η παραγωγή, βλ. εδώ αφίσα της ταινίας εντελώς αντίθετη με το πνεύμα της) να τη γδύσει και από τους στερεότυπους χαζορόλους της. Ούτε εκείνη θα την ξαναδεί ποτέ ο θεατής ως ταπεινή γυναικούλα που, ως συμβολική Πηνελόπη επίσης, αναπτύσσει ισχυρότερη αισθηματική αντίληψη των πραγμάτων από τον άκαμπτο, άψυχο, άνευρο εκτελεστή-Οδυσσέα/Πολ.


4. Το τολμηρό εικαστικό παιχνίδι με τα χρώματα (κόκκινο, κίτρινο, μπλε) που κρατά γοητευτικά το τέμπο στην ακολουθία της δράσης και που σφραγίζει δραματικά, από την πρώτη ως την τελευταία σκηνή, την εντύπωση του έργου, τη μνήμη όταν το ανακαλείς, την ατμόσφαιρά του.


5. Τέλος, αλλά εξίσου σημαντικό με τα προηγούμενα, αυτή η κλιμάκωση του δεύτερου μέρους της ταινίας που έχει στο κέντρο της την περίφημη βίλα Μαλαπάρτε στο Κάπρι, την χτισμένη στην άκρη του βράχου (αυτή η βίλα με την ανεμπόδιστη θέα που έχει στο πέλαγος πάντα μου φέρνει στο νου την αντίστοιχη θέα από την ακρόπολη της Λίνδου στη Ρόδο). Καλύτερη ερμηνεία του αρχαίου κόσμου, ταυτόχρονα κλασική και «μοντέρνα» δεν έχουμε δει στο σινεμά. Ανυψώνοντας τη μυθική βίλα Μαλαπάρτε σε θέση πρωταγωνιστή, φροντίζοντας να την προβάλλει προκλητικά από κάθε πλευρά, ανεβοκατεβάζοντας τους ήρωες επάνω ως μικρά ανθρωπάκια, προεκτείνοντας συνεχώς τη ματιά στην απέραντη θάλασσα, αναδεικνύοντας τη θανάσιμη διαπλοκή των στοιχείων, πραγματικά ο Γκοντάρ κατάφερε εδώ να δώσει μια ομηρική διάσταση στο ταπεινό, μίζερο έπος των ηρώων του, κατά τον τρόπο του Τζόις (όσον αφορά την ιστορία του Λίοπολντ και της Μόλι Μπλουμ).


Θα μπορούσε κανείς να προχωρήσει και σε πολλά άλλα επίπεδα ανάγνωσης αυτής της ταινίας. Επειδή το επιτρέπει. Επειδή δεν περιφρονεί τον παγκόσμιο πολιτισμό που παιδί του είναι. Επειδή ανάγεται σε μια παλαιότερη κουλτούρα και οικοδομεί πάνω σ' αυτήν, γκρεμίζοντας το φθαρμένο και αναδεικνύοντας το κλασικό. Επειδή δεν περιφρονεί το κλασικό στη φιλόδοξη προσπάθειά της να το ανατρέψει. Επειδή, τέλος, πενήντα χρόνια μετά, αποτελεί κι αυτή με τη σειρά της μέρος ενός κλασικού κανόνα: αυθεντικό δείγμα της μοντερνικότητας στον κινηματογράφο.

Monday, 23 December 2013

Ο ανεύθυνος συγγραφέας


Dead author, © Aris Grandman

ἔνι τε τοῖς αὐτοῖς οἰκείων ἅμα καὶ πολιτικῶν ἐπιμέλεια, καὶ ἑτέροις πρὸς ἔργα τετραμμένοις τὰ πολιτικὰ μὴ ἐνδεῶς γνῶναι· μόνοι γὰρ τόν τε μηδὲν τῶνδε μετέχοντα οὐκ ἀπράγμονα, ἀλλ' ἀχρεῖον νομίζομεν, καὶ οἱ αὐτοὶ ἤτοι κρίνομέν γε ἢ ἐνθυμούμεθα ὀρθῶς τὰ πράγματα, οὐ τοὺς λόγους τοῖς ἔργοις βλάβην ἡγούμενοι, ἀλλὰ μὴ προδιδαχθῆναι μᾶλλον λόγῳ πρότερον ἢ ἐπὶ ἃ δεῖ ἔργῳ ἐλθεῖν. (Θουκυδίδης, Επιτάφιος, 40).


Σε πρόσφατο άρθρο της στο διαδικτυακό περιοδικό Ο Αναγνώστης η πανεπιστημιακός Βενετία Αποστολίδου με αφορμή συνέντευξη του Τζόναθαν Κόου[1] συγκρίνει τους Βρετανούς με τους Έλληνες συγγραφείς κρίνοντας ασυμβίβαστη με τη λογοτεχνία την παράδοση που θέλει να απαιτούμε από τους συγγραφείς μας να παίρνουν θέση απέναντι στα τρέχοντα γεγονότα.
Υπάρχουν πολλές αστοχίες σε αυτό το άρθρο. Η πρώτη αγγίζει τον πραγματολογικό πυρήνα του θέματος. Δεν υπάρχει συγγραφέας στον κόσμο που να αξίζει αυτό το όνομα, και ουδέποτε υπήρξε, ο οποίος δεν πήρε θέση για το α' ή β' κοινωνικό ζήτημα της εποχής του. Οι συγγραφείς είναι οι κεραίες της εποχής τους. Κάποιες από αυτές τις κεραίες αντιδρούν έντονα, άλλες ηπιότερα, ορισμένες προς τα «δεξιά», άλλες προς τα «αριστερά», όλες όμως ανταποκρίνονται στην εποχή τους με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, μέσα και έξω από το έργο τους.
Ειδικά ο αγγλοσαξωνικός κόσμος έχει παράδοση σ' αυτή τη συνήθεια ήδη από τα χρόνια του Σέξπιρ αλλά και των Ντάνιελ Ντιφόου, Τζόναθαν Σουίφτ, Λόρενς Στερν, περνώντας από τα χρόνια του Έλιοτ και της Γουλφ, του Όστεν, του Όργουελ, του Σο, του Ράσελ, του Πίντερ (για να αναφέρω πρόχειρα μερικά ονόματα) έως τη σύγχρονή μας γενιά των νέων αγγλοσαξώνων συγγραφέων (Ντέιβιντ Μίτσελ, Άλι Σμιθ, Tζούλιαν Γκάουφ. Οι συγγραφείς ανέκαθεν (δείτε τι γινόταν και στην αρχαία Ελλάδα) εκφράζαν το πολιτικό στίγμα της εποχής τους, με τόλμη, και συχνότατα, με πάθος.[2]
Η δεύτερη αστοχία της συγγραφέως του άρθρου, είναι επίσης αστοχία ουσίας, αφού σχετίζεται με την ίδια την έννοια της λογοτεχνίας, της τέχνης του λόγου. Το κείμενο κάνει συνεχώς λόγο για «ιστορίες», αποφεύγει συστηματικά τον όρο λογοτεχνία. Η παγκόσμια λογοτεχνία περιλαμβάνει κάποιες συναρπαστικές ιστορίες, αλλά όλες οι ιστορίες δεν είναι λογοτεχνία είναι απλώς stories, πιο σωστά, pastimes, passatempo. Oι συγγραφείς της λογοτεχνίας στέκονται πάντα με μια αίσθηση ευθύνης απέναντι στα κοινωνικά ζητήματα που άπτονται του θέματός τους, οι άλλοι, αυτοί που απλώς αφηγούνται μια ιστορία «passatempo», δεν έχουν την ίδια στάση, είναι φυσικό αφού δουλειά τους είναι απλώς, όπως το θέτει ο Κόου, «να ζούνε γράφοντας ιστορίες» και τίποτε άλλο. Αλλά μην εξισώνουμε τη λογοτεχνία με τα παραμύθια επειδή αυτό φαίνεται να βολεύει τον εκ πεποιθήσεως συντηρητικό Κόου.[3] Το κυριότερο: μη βγάζουμε συμπεράσματα για τη λογοτεχνία ενώ μιλάμε για παραμύθια.
Τρίτη και σημαντικότατη αστοχία στην ανάγνωση αυτής της βρετανικής δήλωσης: δεν είμαστε Αγγλία (ούτε καν "μικρά"). Δεν έχουμε την παραμικρή σχέση με τον αγγλοσαξωνικό χώρο, τόσο ως προς την λογοτεχνική παράδοση όσο και ως προς τη σύγχρονη μεταβιομηχανική «παραγωγή λογοτεχνικών ιστοριών». Να συγκρινόμαστε, ειδικά σήμερα, με την Αγγλία είναι ως να συγκρίνουμε την αποικία με την μητρόπολη. Εδώ και πάρα πολλά χρόνια ο Κούντερα έχει επαρκώς εξηγήσει το πρόβλημα των μικρών εθνών και της λογοτεχνίας τους:


Τα μικρά έθνη. Η έννοια αυτή δεν είναι ποσοτική· προσδιορίζει μια κατάσταση· ένα πεπρωμένο: τα μικρά έθνη δεν γνωρίζουν την ευφρόσυνη αίσθηση ότι υπάρχουν ανέκαθεν και για πάντα· όλα τους, σε κάποια στιγμή της ιστορίας τους, πέρασαν από τον προθάλαμο του θανάτου· αντιμέτωπα πάντοτε με την αλαζονική άγνοια των μεγάλων, βλέπουν την ύπαρξή τους να απειλείται ή να αντιμετωπίζεται αιωνίως σαν πρόβλημα· γιατί η ύπαρξή τους είναι πρόβλημα.

[…]

Όταν ο Νίτσε χτυπάει αλύπητα τον χαρακτήρα των Γερμανών, όταν ο Σταντάλ διακηρύσσει ότι προτιμάει περισσότερο την Ιταλία παρά την πατρίδα του, κανένας Γερμανός, κανένας Γάλλος δεν προσβάλλεται· αν τολμούσε να πει το ίδιο ένας Έλληνας ή ένας Τσέχος, η οικογένειά του θα τον αναθεμάτιζε σαν μισητό προδότη.[4]

Ο Κούντερα έχει γνωρίσει από πρώτο χέρι τον εγκλωβισμό που υφίσταται μια λογοτεχνία σε γλώσσα μικρής διάδοσης: όλα, τα πάντα, από τους ντόπιους κριτικούς έως τους ξένους αναγνώστες, συνομωτούν σε βάρος της, πιο απλά δεν μπορούν να τη διαβάσουν παρά φυλακισμένη μέσα στο, σε διαρκή υπαρξιακή αγωνία, εθνικό μικροπλαίσιο και αυτό κάνει, με τον τρόπο της, και η συγγραφέας του άρθρου αφού από αγγλοσαξωνική απόσταση εύκολα λιθοβολεί την ελληνική συνήθεια. (Αντιθέτως, θα ήταν πολύ πιο ωφέλιμο να διαπιστώσει κανείς ποιες εντόπιες φωνές, και με ποιο τρόπο, αγωνίζονται μέσα σ' αυτό το ασφυκτικό μικροπλαίσιο να αρθρώσουν λόγο απέναντι στην πατερναλιστική αλαζονεία της λογοτεχνικής μητρόπολης).
Αυτή είναι η κατάρα κάποτε όμως και η ομορφιά της γλώσσας με μικρή διάδοση, ειδικά στους καιρούς μας: δύσκολα θα μετατραπεί σε εμπορεύσιμο εξαγώγιμο προϊόν (εκτός εάν επενδυθεί με φολκλορικό βλ. περίπτωση Καζαντζάκη ή άλλου τύπου πολιτισμικό μανδύα, βλ. περίπτωση Καβάφη) και άρα, σε αναλώσιμο προϊόν, δηλαδή σε ιστορίες που, όπως γράφει πάλι ο Κούντερα, είναι κατά κανόνα parfaitement consommables le matin parfaitement jettables le soir[5]. Η λογοτεχνική κληρονομιά αυτής της γλώσσας θα υπάρχει πάντα ως πολύτιμος λίθος για όποιον διασταυρωθεί μαζί της.

Αν επομένως, δίχως μικρομεγαλισμούς και συγκρίσεις με την καπιταλιστική μητρόπολη, αποδεχτούμε την ταυτότητά μας ως αυτή που είναι, δηλαδή εν διαρκή κινδύνω, εκ των πραγμάτων θα αποδεχτούμε και τον ρόλο που αναλαμβάνει ο συγγραφέας της λογοτεχνίας: έναν ρόλο όχι απλώς παραμυθά αλλά ρόλο ευθύνης ως προς τα παραμύθια που κατά κόρον σερβίρονται σε έναν λαό παραμυθιασμένο από κάθε λογής ψέμα, καταπτοημένο από κάθε είδους συκοφαντία και βαθιά ντροπιασμένο από τα διαδοχικά χαστούκια που του ρίχνουν για να τον φέρουν αιωνίως στο «ύψος της πολιτισμένης Ευρώπης».
Και ναι, έχουμε περισσότερο από ποτέ ανάγκη συγγραφείς όπως ο Αναγνωστάκης, ο Τσίρκας, ο Αλεξάνδρου, ο Χατζής. Κι αν άλλαξαν, όπως η Βενετία Αποστολίδου υποστηρίζει ως τετελεσμένο γεγονός, οι «συνθήκες παραγωγής των ιστοριών», οι συγγραφείς που ακόμα τολμούν να γράφουν λογοτεχνία και όχι ιστοριούλες, οι συγγραφείς που δεν νοιάζονται μόνον να παραμυθιάζουν ή να διασκεδάζουν τις αγωνίες του κόσμου, είναι και θα είναι πάντα σε θέση να ανατρέπουν αυτές τις συνθήκες. Αυτό είναι άλλωστε που κάνει τη δουλειά τους ακόμα πιο συναρπαστική και γοητευτική, πάντα την έκανε.


[1] Ο Τζόναθαν Κόου, σε συνέντευξη που έδωσε στη Μαριλένα Αστραπέλλου (Το Βήμα, 1/12/13) με την αφορμή της πρόσφατης επίσκεψής του στην Ελλάδα, είπε: «Γιατί να ρωτήσεις έναν συγγραφέα, κάποιον που ζει επινοώντας ιστορίες, για την τρέχουσα πολιτική κατάσταση, περιμένοντας από αυτόν να διατυπώσει μια λύση; Εάν ήμασταν ικανοί να επιλύσουμε προβλήματα πολιτικής φύσεως, θα ήταν πολύ ανεύθυνο από μέρους μας να σπαταλάμε όλον αυτόν τον χρόνο γράφοντας ιστορίες. Μάλλον θα έπρεπε να βρισκόμαστε στο Κοινοβούλιο ή να κατέχουμε κάποιο δημόσιο αξίωμα».
[2] Εξυπακούεται ότι εδώ κάνουμε λόγο για πολιτική στάση των συγγραφέων, με την ουσιαστική έννοια του όρου, όχι για μικροπολιτικές ή κομματικές εκδηλώσεις.
[3] Αφήστε που, όταν ισχυρίζεται κάτι τέτοιο, προσθέτοντας μάλιστα, ότι η πολιτική αφορά αποκλειστικά τους πολιτικούς, ουσιαστικά, παίρνει μια σαφέστατη και γνωστότατη πολιτική θέση: οι συγγραφείς, οι καλλιτέχνες γενικώς, είναι απλώς διασκεδαστές, αφήστε τους να κάνουν τη δουλειά που ξέρουν. Το ίδιο ισχύει και για τους υδραυλικούς, για τους φουρνάρηδες κ.ο.κ. Τελικό συμπέρασμα: αφού η πολιτική δεν αποτελεί ευθύνη των πολιτών παρά μόνο των πολιτικών, μην αντιδράτε, μην διαμαρτύρεστε κλπ. κλπ.!
[4] Μίλαν Κούντερα, Οι προδομένες διαθήκες, μτφρ.: Γιάννης Η. Χάρης, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1995, σ. 212-13.
[5] «Τις καταναλώνεις θαυμάσια το πρωί και τις πετάς θαυμάσια τό βράδυ», Οι προδομένες διαθήκες, op. cit., σ. 27.

Thursday, 24 October 2013

Πέντε τρόποι για να λέει κανείς την αλήθεια


Πέντε τρόποι για να λέει κανείς την αλήθεια[1]

I. Το κουράγιο να λες την αλήθεια.
Το να πεις ότι οι καλοί δεν νικήθηκαν επειδή ήταν καλοί
αλλά επειδή ήταν ανήμποροι, αυτό χρειάζεται κουράγιο.

Απλά πράγματα: άμα λες την αλήθεια διακινδυνεύεις πραγματικά ή φαντασιακά προνόμια. Ιδιαίτερα αν αντλείς το όποιο κύρος σου όχι από τη δουλειά σου αλλά από τη σχέση σου με την εξουσία. Την όποια εξουσία (διότι υπάρχουν πολλές).
Έπειτα, το να λες την αλήθεια απαιτεί σύγκρουση, διαμάχη, αγώνα αγάπης δύσκολο. Απαιτεί να έχεις άποψη που υπερασπίζεσαι με την ψυχή σου. Επειδή σε καίει αυτό που υπερασπίζεσαι, επειδή αυτό το κάψιμο, αυτή η φλόγα σε κρατάει ζωντανό, σε καθιστά κομμάτι της κοινωνίας σου. Και δεν νοιάζονται όλοι γι' αυτά που μπορεί να καίνε εσένα κι εμένα, σιγά μην καίγονται, σιγά μην καούν. Το γραφείο αυτού του ξέγνοιαστου διανοούμενου είναι η φυλακή του – που ανόητα τη φαντασιώνει ως απόρθητο οχυρό.
Να γιατί πολλοί διανοούμενοι και καλλιτέχνες, στις δύσκολες στιγμές που ο κόσμος απαιτεί να «τοποθετηθούν», αποφεύγουν τεχνηέντως την αλήθεια μιλώντας με ωραίες γενικότητες. Μια πολύ γνωστή γενικότητα: «Για όλα φταίει το Κακό που είναι σύμφυτο με την ανθρώπινη φύση, το Κακό είναι αναπόφευκτο». Μια άλλη γενικότητα: «Ο συγγραφέας, ο καλλιτέχνης, δεν χρειάζεται να τοποθετείται για οτιδήποτε, μιλάει το έργο του γι' αυτόν. Επομένως πρέπει να κλείνεται στη σιωπή του».
Και μια διαφορετικού τύπου γενικότητα: «Φταίει ο καπιταλισμός για την κατάσταση σήμερα. Μόνον αφού το λαϊκό κίνημα ανασυνταχθεί, μόνον αφού κάνει αυτό, αφού κάνει εκείνο, αφού κάνει το τρίτο, θα αλλάξει η κατάσταση». Όλες αυτές οι γενικότητες, δεξιάς ή αριστερής κοπής, ξεφουρνίζουν την κοινοτοπία τους στον βρεγμένο από τη μπόρα λέγοντάς του «Φταίει η βροχή, φίλε μου, για την κατάστασή σου…», αποφεύγοντας επιμελώς να του μιλήσουν για το τι να κάνει εδώ και τώρα ώστε να προφυλαχτεί από το «φυσικό φαινόμενο».
Όποιος διανοούμενος μιλά με παρόμοιου τύπου γενικότητες δεν έχει το κουράγιο να πει όλη την αλήθεια. Κοροϊδεύει τον εαυτό του και τους άλλους. Αλλά να πούμε κι εμείς όλη την αλήθεια: όποιος διανοούμενος μιλά γενικά και αόριστα, εξ ορισμού, ως εκ της θέσεώς του, δεν έχει παρά μικρή επαφή με το συγκεκριμένο, μικρή επαφή με τις ανάγκες των πολλών, εφόσον έχει κλειδαμπαρωθεί στο κουτάκι που του έχει ασφαλίσει η όποια κοινωνική του θέση, η όποια σχέση του, πραγματική ή φαντασιακή (η περίπτωση των ψώνιων), με την εξουσία. Δεν είναι εδώ αυτός. Βρίσκεται έγκλειστος στον μικροσκοπικό, αποστειρωμένο του κόσμο.

ΙΙ. Η εξυπνάδα να ξεχωρίζεις την αλήθεια.

Αυτοί που μονάχα καταγράφουν μικρογεγονότα δεν είναι σε θέση
να κάνουν τούτο τον κόσμο κατανοητό στους άλλους.

Το παράδειγμα της βροχής, το παράδειγμα δηλ. του διανοούμενου που επιμένει πονηρούτσικα ότι «οι κακοί είναι κακοί επειδή είναι κακοί», μας φέρνει στην επόμενη δυσκολία: ζούμε μέσα στο διαρκές ψέμα. Βομβαρδιζόμαστε από το ψέμα της εξουσίας. Το οποίο ντύνεται συνέχεια με ρούχα αληθινά, πραγματικά, ώστε να γίνεται πιο πιστευτό. Εδώ χρειάζεται κάποια εξυπνάδα ώστε να μην παίζεις με τα όπλα του ψεύτη αντιπάλου, στο ναρκοθετημένο του γήπεδο. Να μην ασχολείσαι με τη συστηματική μικροπολιτική των ειδήσεων και των ανακοινώσεων. Να βάζεις σε ιεραρχία τα πράγματα. Να αναδεικνύεις το σπουδαίο. Να πετάς στην άκρη το τριτεύον. Να μην απαντάς στις γενικότητες με γενικότητες αλλά ούτε στις μικρότητες με μικρότητες.
Παράδειγμα: σε λίγες μέρες η 28η Οκτώβρη. Μίλα παντού (ναι, ξανά και ξανά) για την παρέλαση. Αυτό είναι κάτι ειδικό, δεν αποτελεί γενικότητα. Πριν λίγο καιρό ξεκίνησαν τα σχολεία. Μίλα για την προσευχή στα σχολεία. Αυτό είναι κάτι ειδικό επίσης. Και είναι πρώτης προτεραιότητας θέματα αυτά, καμιά φορά πιο σημαντικά από το να κάνεις τον οικονομολόγο (που δεν είσαι, γιατί οικονομολόγος σημαίνει απλά διαχειριστής του πλούτου της εξουσίας). Μίλα λοιπόν για τις Μπάρμπι των κοριτσιών. Αυτό είναι κάτι ειδικό. Μίλα για τις οροθετικές γυναίκες. Αυτό είναι επίσης ειδικό. Μίλα για την Αμυγδαλέζα. Για την καταστροφή στις Σκουριές. Για μια θέση στο Πανεπιστήμιο. Για την ΕΡΤ. Αλλά ανάδειξε κάθε φορά την ειδική αλήθεια που κρύβουν αυτά τα θέματα. Π.χ. στην ΕΡΤ, το ειδικό πρόβλημα που αποκαλύπτει την πλήρη αλήθεια δεν είναι ότι μένουν στον δρόμο (ακόμα) 3000 άνθρωποι. Το πραγματικό πρόβλημα (που αναδεικνύει και το πρόβλημα των ανέργων υπαλλήλων) είναι ότι φιμώνεται ο δημόσιος λόγος. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι αυτή η εξουσία τρέμει τον δημόσιο λόγο.
Ο διανοούμενος θα κάνει αυτά τα ειδικά, πρώτης προτεραιότητας θέματα. Επειδή είναι. Και πρέπει να ασκήσει κάθε πίεση και προς τα κόμματα της Αριστεράς να τα δούνε έτσι.
Αυτό σημαίνει εξυπνάδα να αναγνωρίζεις την αλήθεια, σήμερα. Αυτό σημαίνει διανοούμενος σήμερα. Αν αυτός δεν μιλήσει έτσι, γι' αυτά τα θέματα, τότε ποιος άλλος διάολος; Για όλα τα θέματα ο διανοούμενος αναζητά το ειδικό και το ανεβάζει σε πρώτη προτεραιότητα. Αυτή είναι η δουλειά του. Ακόμα και για την ανεργία υπάρχουν ειδικά θέματα: π.χ. ξέρω έναν φίλο που γράφει αυτή τη στιγμή μια ιστορία για έναν άνεργο που σκίζονται τα σωθικά του επειδή θα αποχωριστεί το αυτοκίνητό του…
Η αναγνώριση, τέλος, της αλήθειας απαιτεί και μέθοδο και έρευνα και γνώση. Αλλά αυτά τα εργαλεία τα διαθέτει κάθε διανοούμενος που σέβεται τον εαυτό του. Έτσι π.χ., όταν όλοι μιλάνε για τη θεωρία των δύο άκρων εσύ μπορείς να μιλήσεις για τον περίφημο «διμέτωπο αγώνα» του Γεωργίου Παπανδρέου στη δεκαετία του εξήντα. Αυτό το μικρό, ειδικό ιστορικό γεγονός, αποκαλύπτει περισσότερες αλήθειες απ' όλα τα θεωρητικά επιχειρήματα επί του θέματος.

ΙΙΙ. Η τέχνη να κάνεις την αλήθεια εύχρηστο όπλο.

Άμα θέλει κανείς να γράψει μια αποτελεσματική αλήθεια
για μια άσκημη πραγματικότητα, θα πρέπει να τη γράψει έτσι
που να μπορεί κανείς να διακρίνει τα αίτιά της και μάλιστα
να μην τα θεωρήσει αναπόφευκτα. Άμα φανεί καθαρά πως τα αίτια
 δεν είναι αναπόφευκτα τότε η άσκημη πραγματικότητα μπορεί να πολεμηθεί.

Δεν αρκεί να έχεις το κουράγιο να ομολογήσεις την αλήθεια. Δεν αρκεί να έχεις την εξυπνάδα να την ανακαλύπτεις, να την ξεσκεπάζεις από τον βόρβορο του ψέματος. Πρέπει να μπορείς να την κάνεις όπλο στα χέρια των ανθρώπων που απευθύνεσαι. Εδώ θέλει πολλή προσοχή. Θέλει κάποια μαεστρία να λες τα πράγματα έτσι ώστε να έχουν τη μεγαλύτερη δυνατή επίδραση στο μυαλό των δυνάμει συμμάχων σου. Μιλώντας, με αφορμή το Χαστουκόδεντρο, για την ιστορία του Αμπατιέλου, συνειδητοποίησα πόσο διαφορετικά εντυπωνόταν στο κόσμο η διάρκεια του εγκλεισμού του αν, αντί να πω «τον είχαν στη φυλακή 17 χρόνια», επέλεγα να πω: «τον είχαν στη φυλακή από τα 33 έως τα 50 του χρόνια».
Σήμερα πολύς κόσμος σχολιάζει τα γεγονότα σαν τηλεοπτική παπάρα. Δεν εννοώ μόνο με αφόρητα κλισέ. Το κυριότερο πρόβλημα σ' αυτόν τον λόγο είναι ότι χάνεται το νόημα, χάνεται η αλήθεια. Το πρόσεξα και στον τρόπο που γράφτηκαν διάφορα για τον Φύσσα. Επηρεασμένοι οι περισσότεροι από την τηλοψία γράφουν ξεχνώντας το ειδικό γεγονός της εν ψυχρώ εκτέλεσης ενός αντιφασίστα ακτιβιστή, ξεχνώντας την ουσία, μένοντας στη δημοσιογραφική του, επικαιρική, ρεπορταζιακή επιφάνεια.
Θα εξηγήσω τι θέλω να πω με ένα άλλο παράδειγμα. Συζητούσα κάποια στιγμή στην Ικαρία, πριν λίγο καιρό, με έναν γέροντα, παλιό αριστερό, για τις αυτοκτονίες. Του λέω, «είναι κοντά 3000 άνθρωποι που έφυγαν έτσι…» Κουνάει το κεφάλι του στενοχωρημένος και σχολιάζει: «Ολόκληρος στρατός, για σκέψου, 3000 άνθρωποι, να φύγουν έτσι άδικα τόσοι άνθρωποι δίχως να ρίξουν μια πιστολιά στους απέναντι…». Αυτό είναι η τέχνη να κάνεις την αλήθεια εύχρηστο όπλο. Τραβάς το γεγονός ως την ακραία του συνέπεια, ως τα λογικά του όρια, το στρέφεις προς τα εκεί που είναι ο στόχος, επιτρέπεις στον άλλο να συνειδητοποιήσει ότι οι 3000 απεγνωσμένοι υπήρξαν, όχι επειδή ήταν γενικώς «καλοί» αλλά επειδή δεν ήταν μαζί, επειδή ήταν απλώς ανήμποροι να είναι μαζί. Αν ψάξει ο καθένας στον χώρο του μπορεί να ανακαλύψει άπειρα ανάλογα παραδείγματα που, αν διατυπωθούν με κάποια τέχνη, επιτρέπουν στον άλλο να συνειδητοποιήσει ότι η όποια άσκημη, βάρβαρη πραγματικότητα που ζούμε και αναπόφευκτη δεν είναι και μπορεί να πολεμηθεί.

IV. Η δυσκολία να διαλέγεις σωστά εκείνους
που στα χέρια τους η αλήθεια θα φέρει αποτέλεσμα.

Η αλήθεια είναι μαχητική, πολεμάει όχι απλά και μόνο την ψευτιά
αλλά και ορισμένους ανθρώπους που τη διαδίδουν.

Οι αλήθειες δεν υπάρχουν απλώς για να τις γράφουμε (με όση τέχνη κι αν το κάνουμε αυτό). Οι αλήθειες που μας ενδιαφέρουν είναι οι αλήθειες που μπορούν να κάνουν κάτι στη ζωή μας αν γίνουν κατανοητές. Αλλά για ποιους γράφουμε, φτιάχνουμε έργα, για ποιους, σε ποιους μιλάμε; Είναι ωραίο να απλώνεις την αλήθεια σου στους φίλους, στους συντρόφους, στους γνωστούς σου. Μικρό όμως το νόημα. Κι από την άλλη: τι σόι αλήθεια διατυπώνεις αν δεν την αφουγκραστείς από εκείνους που έχουν ανάγκη περισσότερο απ' όλους την αλήθεια; Δεν ζεις στον Άγιο Παντελεήμονα, δεν ζεις στην Αμυγδαλέζα, δεν ζεις με τις οροθετικές γυναίκες, τίποτε από αυτά δεν είναι εύκολο. Κι ωστόσο να η απάντηση, η μόνη απάντηση στο πάγιο ερώτημα των καιρών που αναρωτιέται «γιατί δεν κινείται ο κόσμος πιο δυναμικά;» Γιατί η αλήθεια είναι μακριά ακόμα από τον κόσμο που πραγματικά την έχει ανάγκη. Γιατί η αλήθεια, αν δεν δρασκελίσει την, ελβετικής καθαρότητας, λεωφόρο των κοινωνικών δικτύων και δεν λερωθεί από την πραγματική λεωφόρο της Γ' Σεπτεμβρίου κλπ. κλπ. δεν θα φέρει κανένα αποτέλεσμα. Πώς θα μιλήσεις σ' εκείνους τους άμοιρους που εξαπατά η Χρυσή Αυγή; Πώς θα μιλήσεις σ' εκείνους τους νεόπτωχους που εξαπατά η τηλεόραση; Πώς θα μιλήσεις στον διπλανό σου; Ο Μπρεχτ έγραφε σχετικά: «Ακόμα κι οι δήμιοι μπορεί να ακούσουν την αλήθεια σου, όταν κοπούν οι πληρωμές για το κρέμασμα ή όταν μεγαλώσει πολύ ο κίνδυνος». Ο καθένας μπορεί ν' ακούσει την αλήθεια, αρκεί να είναι κοντά σου ώστε να την ακούσει.
Αλλά, βέβαια, εδώ γεννιέται άλλο θεματάκι: Πώς να σε ακούσουν άμα μιλάς με το «σεις και με το σας»; Άμα μιλάς πονεμένα, θλιμένα, συμπονετικά, σε "χαμηλούς τόνους"; Πώς να νιώσει ο άλλος που έχει ανάγκη την αλήθεια σου ότι μιλάς πραγματικά γι' αυτόν άμα ψιθυρίζεις; Χρόνια ακούω από τη συντηρητική κριτική τη στερεότυπη αντίρρησή τους όταν το πολιτικό είναι εμφανές σε κάποιο κείμενο. Σαν θλιβερές καλόγριες κάθε φορά υπενθυμίζουν ότι «δεν χρειάζεται να είναι εμφανές το πολιτικό άφησέ το να κρύβεται πίσω από τις γραμμές» κλπ. κλπ. ή ακόμα χειρότερα: «ωραίο αυτό το κείμενο αλλά να μην είχε ρε παιδί μου τόση έμφαση στο πολιτικό». Ε, όχι λοιπόν, η αλήθεια πρέπει να εκφράζεται με δυνατή, στεντόρεια φωνή για να μπορεί να ακουστεί. Ναι, η αλήθεια πρέπει να πολεμάει όχι μόνο την ψευτιά αλλά και όλους αυτούς που σήμερα τη διαδίδουν. Όποιος καταλαβαίνει κατάλαβε.

V. Η πονηριά να διαδίδεις την αλήθεια στους πολλούς.

Σ' όλες τις εποχές, όταν η αλήθεια καταπνιγόταν και αποκρυβόταν,
χρησιμοποιούσαν πονηριά για τη διάδοσή της.

Σήμερα περισσότερο από ποτέ χρειαζόμαστε αυτή την πονηριά. Πρέπει να γίνουμε Λουκιανοί, Βολταίροι, Σουίφτ. Πρέπει να μιλήσουμε για την ανθρώπινη ματαιοδοξία με την πονηριά του Λουκιανού, για τη θρησκοληψία με την πονηριά του Βολταίρου (που περιέγραψε τα θαύματα που λογικά θα έπρεπε να έχει πραγματοποιήσει η Ζαν Ντ' Αρκ ώστε να παραμείνει παρθένα ανάμεσα σε ένα πλήθος στρατιωτών, αυλικών, καλόγερων)[2]. Πρέπει, όπως ο Σουίφτ, ν' αφήσουμε κατά μέρος τις οικονομικές επιστήμες και να γράψουμε τολμηρά για το πάστωμα των πολύχρωμων συμπατριωτών μας ώστε, κατά το ιρλανδικό παράδειγμα των βρεφών, να καταστούν (επιτέλους) και αυτοί ωφέλιμοι στην κοινωνία![3]
Γιατί πώς αλλιώς να μιλήσεις για τον εκφασισμό της ζωής σε ανθρώπους που δεν καταλαβαίνουν επειδή έχουν πάψει να σκέφτονται εδώ και πολλά χρόνια; Πώς να μιλήσεις σε ανθρώπους που είναι έτοιμοι να κατασπαράξουν τον διπλανό τους αρκεί να βεβαιωθούν ότι είναι πιο αδύναμος από τους ίδιους; Πώς να μιλήσεις σε ανθρώπους που αρπάζονται από τις μικρούλικες εξουσίες τους σε γραφεία και υπηρεσίες, σε σχολεία και εφορίες, σε τράπεζες και αστυνομίες θεωρώντας ότι η ζωή τους εξαρτάται από τη λιλιπούτεια καρέκλα τους; Πώς να μιλήσεις όταν κρυπτοφασίστες διανοούμενοι του «δημοκρατικού τόξου» μιλούν προσβλητικά απέναντι στον πόνο, απέναντι στην ανέχεια, απέναντι στη δικαιολογημένη αγανάκτηση; Χρειάζεται κάποια πονηριά. Η Εξουσία καλύπτει την αλήθεια με στάχτη και λάσπη. Εσύ αποκαλύπτεις την αλήθεια με πονηριά. Το κυριότερο: αναζητάς τους χώρους εκείνους που δεν έχουν βρωμίσει ακόμα από τη στάχτη και τη λάσπη. Αναζητάς νέα πεδία μάχης. Τα ορίζεις εσύ, από την αρχή. Υπάρχουν ακόμα πεδία μάχης αφύλαχτα. Ο διανοούμενος που καίγεται για την αλήθεια θα τα βρει, θα τα δημιουργήσει. Από το τίποτε. Ακόμα και σ' ένα ποίημα που περιγράφει ένα τοπίο, λέει ο Μπρεχτ, μπορείς να μιλήσεις για την αλήθεια. Αρκεί, προσθέτει, στο φυσικό τοπίο να ενσωματώσεις αυτά που έχει κάνει ο άνθρωπος. Να ένας τρόπος να μιλήσεις πονηρά πονηρά για τις Σκουριές. Να ένας υπέροχος τρόπος να μιλήσεις για το δάσος όταν ο λύκος είναι εδώ. Ναι, υπάρχουν πεδία μάχης αφύλαχτα και είναι αυτή η μεγαλύτερη πρόκληση για τον διανοούμενο που σήμερα θέλει να αποκαλύπτει την αλήθεια.




[1] Το κείμενο αυτό αποτελεί σημερινή (κάπως βιαστική) καταγραφή της ομιλίας που δόθηκε χθες (14.10.13) από τον Α.Μ. στο Γκρι Καφέ, στην πλατεία Εξαρχείων, με θέμα τον δημόσιο λόγο των διανοουμένων – γι' αυτό και διατηρεί εμφανώς σημάδια της προφορικότητάς του. Εμπνέεται από βασικές σκέψεις του Μπέρτολντ Μπρεχτ όπως αυτές αναπτύσσονται σ' ένα πολύ γνωστό του πολιτικό κείμενο (εύκολα προσπελάσιμο στο Διαδίκτυο): Μπέρτολντ Μπρεχτ: Πέντε δυσκολίες για να γράψει κανείς την αλήθεια, 1935 [το πρωτότυπο στο Schriften 2 (Zur Literatur und Kunst, Politik und Gesellschaft, στον τόμο VIII, των «Gesammelte Werke», εκδ. Suhrkamp, Φρανκφούρτη, 1960], ελλ. μτφρ.: Βασίλης Βεργωτής, εκδ. Στοχαστής, 1η έκδοση 1971, μεταγενέστερη 2005.
[2] 1762, La Pucelle d'Orléans.
[3] 1729, A Modest Proposal for Preventing the Children of Poor People From Being a Burthen to Their Parents or Country and for Making Them Beneficial to the Publick, που συνήθως αναφέρεται ως A Modest Proposal. Ελλ. μετάφραση: Σεμνή πρόταση ώστε να παύσουν τα τέκνα των φτωχών ν' αποτελούν βάρος για τους γονείς τους και τον τόπο και να καταστούν ωφέλιμα στην κοινωνία, μτφρ.: Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης, εκδ. Άγρα, σειρά Άτακτος Λαγός, 1998.